ρυθμολογικός

-ή, -ό, Ν
αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στη ρυθμολογία.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ρυθμολογία. Το θηλ. ρυθμολογική (πεζολογία) μαρτυρείται από το 1877 στον Κων. Σάθα].

Dictionary of Greek. 2013.

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.